Οι Βραζιλιάνοι απαρνήθηκαν τον ίδιο τους τον εαυτό: Μαγεία, ερωτισμός, που χάθηκαν στο χρόνο!
Η Βραζιλία αποκλείστηκε πρόωρα από το Παγκόσμιο Κύπελλο, συνεχίζοντας έτσι έναν αποτυχημένο κύκλο, μετά την τελευταία κατάκτηση το μακρινό 2002.
Η προφητεία του Πελέ
Είναι ξεκάθαρο πως στο ποδόσφαιρο της έχει κάνει μεγάλο κακό η ταπείνωση του 2014 από τη Γερμανία. Εκείνη την αποφράδα για το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο ημέρα, στις 8 Ιουλίου που ταπεινώθηκαν μέσα στο σπίτι τους, δεχόμενη επτά τέρματα από τους Γερμανούς, ο Πελέ έκανε μία δήλωση που αποδείχτηκε προφητική. Το χειρότερο που θα φέρει αυτό το αποτέλεσμα, είναι πως “οι επόμενες γενιές, θα δουν με φόβο το ποδόσφαιρο”. Πέρα από την συζήτηση, την τακτική ανάλυση για το τι πήγε λάθος και αποκλείστηκε ξανά πρόωρα η εθνική Βραζιλίας, είναι ξεκάθαρο πως σε αυτή την σπάνια, ξεχωριστή σχολή ποδοσφαίρου έχει δημιουργηθεί ένας φόβος. Ένας φόβος που τους κάνει να διστάζουν να παρουσιαστούν με τις δικές τους ιδέες.
Δεν είδαμε μία πραγματική Εθνική Βραζιλίας
Στο τέλος της ημέρας, μετά τον αποκλεισμό τους, αυτό που μένει είναι μία μελαγχολία, όχι για την αποτυχία της Βραζιλίας αλλά επειδή στο Μουντιάλ δεν είδαμε Βραζιλία. Ειδικά η δική μου η γενιά, που γνώρισε την Βραζιλία από το Μουντιάλ του ’82, γαλουχήθηκε έχοντας στις μνήμες της πως η Εθνική Βραζιλίας είναι κάτι ξεχωριστό.
Το ποδόσφαιρο που λατρέψαμε
Οι πατεράδες μας την ημέρα που έκανε πρεμιέρα η Βραζιλία, έλεγαν παίζει σήμερα η Βραζιλία ξεκινάει το Μουντιάλ. Υπήρχε μία λαχτάρα για να την παρακολουθήσεις και στο τέλος κάθε διοργάνωσης, επιτυχημένης ή αποτυχημένης, έμενες με μία νοσταλγία και μία σκέψη, σε τέσσερα χρόνια πάλι.
Γέμιζες όμως γιατί έβλεπες κάτι ξεχωριστό. Ένα ποδόσφαιρο που είτε υποστήριζες είτε όχι, ήξερες πως δεν θα το δεις αλλού. Γεννημένο από τις φαβέλες, από το ποδόσφαιρο στην άμμο με τα γυμνά πόδια, που αποκτούν τέτοια επαφή με την μπάλα, που μοιάζει να γίνεται δεύτερη φύση τους και δημιουργείται ανάμεσα στον ποδοσφαιριστή και στην στρογγυλή θεά, μία σύνδεση που μοιάζει με ερωτική επαφή. Η κάθε επαφή των Βραζιλιάνων, ο τρόπος που έπαιζαν το άθλημα, ήταν κάτι ξεχωριστό, έμοιαζε με ερωτικό λάτιν χορό. Είναι ξεκάθαρο πως αυτός ο ερωτισμός, το χάδι της μπάλας, χάθηκε στον χρόνο.
Κόντρα στην φύση μας
Η παγκοσμιοποίηση άγγιξε το ποδόσφαιρο. Το βάρος της “7άρας”, οι συνεχόμενος αποτυχίες, ο φόβος της ήττας, έκαναν τους Βραζιλιάνους να φέρουν στον δικό τους πάγκο τον καλύτερο Ιταλό προπονητή. Μιλάμε για τους δύο αντίθετους πόλους. Το μπρίο της Βραζιλίας, το ανέμελο τους ποδόσφαιρο, με το ιταλικό κατενάτσιο της σκοπιμότητας. Μόνο και μόνο η επιλογή των Βραζιλιάνων, να δώσουν την εθνική ομάδα, στον καλύτερο Ιταλό προπονητή είναι μία παραδοχή αποτυχίας. Σαν αναγνώριση πως το δικό τους ποδόσφαιρο δεν μπορεί να πετύχει και στον βωμό της σκοπιμότητας, στην ανάγκη για επιτυχία, πάμε να το κάνουμε με έναν άλλον τρόπο, αποκηρύσσοντας τον ίδιο μας τον εαυτό, πηγαίνοντας κόντρα στην φύση μας.
Ψάχνουμε λοιπόν την επιτυχία, μ’ έναν τρόπο που δεν είναι δικός μας, μ’ έναν προπονητή που έχει σαρώσει τους τίτλους στην Ευρώπη και ποδοσφαιριστές, που κάνουν καριέρα στη Γηραιά Ήπειρο και μπορούν να πετύχουν μαζί του. Προσπαθούμε από εδώ και πέρα, με ένα ποδόσφαιρο που δεν είναι δικό μας, δεν ανήκει στην κουλτούρα μας, το έχουν γεννήσει άλλοι και δεν το αγαπάμε.
Ήττα που δημιούργησε εκατομμύρια οπαδούς
Θυμίζω πως μιλάμε για μία εθνική ομάδα που δημιούργησε φίλους σ’ όλο τον πλανήτη, μετά από μία αποτυχία. Η ήττα του 1982 από την Ιταλία, ο τρόπος που απέτυχε αυτή η ελκυστική ομάδα του Σαντάνα δημιούργησε ανυπολόγιστους φίλους σ’ όλο τον πλανήτη του ποδοσφαίρου, που περίμεναν για 12 χρόνια και τρεις διοργανώσεις Μουντιάλ για να αποκατασταθεί η αδικία και να δουν την εθνική Βραζιλίας να κατακτά το Παγκόσμιο Κύπελλο.
Δεν είδαμε την εθνική Βραζιλίας
Εύκολα μπορεί να πει κανείς, πως το παιχνίδι με τη Νορβηγία θα μπορούσε να έχει διαφορετική εξέλιξη, αν ο Γκιμαράες έβαζε το πέναλτι ή αν ο Έντρικ δεν έκανε δύο εύκολα λανθασμένα κοντρόλ, στο τετ-α-τετ που βγήκε με την είσοδο του στον αγωνιστικό χώρο. Δεν είναι αυτό όμως το ζητούμενο, το πρόβλημα είναι πως δεν είδαμε Βραζιλία. Δεν υπήρξε μία ομάδα που γέμιζες όταν την έβλεπες γιατί ήταν διαφορετική από τις άλλες.
Δεν έχει ευθύνη σε αυτό το κομμάτι ο Αντσελότι, τον προπονητή τον προσλαμβάνεις για το ποδόσφαιρο του, όμως δεν γίνεται η Βραζιλία να αποκλείεται από τη Νορβηγία και να έχει μόλις 34% κατοχή μπάλας. Δεν γίνεται η Βραζιλία, να είναι μόλις η 27η ομάδα στη διοργάνωση σε επιτυχημένες ντρίμπλες.
Πέρα φυσικά από την συντηρητική, ιταλική κατεύθυνση αντεπιθέσεων του Αντσελότι, είναι ξεκάθαρο πως το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο δεν βγάζει και ποδοσφαιριστές με τα τεχνικά χαρίσματα που ζήσαμε στο παρελθόν. Έχουμε ζήσει εθνικές ομάδες με τεράστιους παίκτες, από τους Ζίκο, Φαλκάο, Σόκρατες, Έλντερ, την ομάδα των Ρομάριο, Μπεμπέτο, Ντούνκα, Ρονάλντο, Ριβάλντο, Ροναλντίνιο, Ρομπέρτο Κάρλος, Καφού.
Απαρνήθηκαν την φύση τους
Πλέον δεν υπάρχει ανάλογο ταλέντο, δεν υπάρχει όμως και η διάθεση για να παρουσιάσουν μία ξεχωριστή εικόνα. Υπάρχει η συζήτηση για τις επιλογές Αντσελότι στις κλήσεις. Για το λάθος του να μην πάρει στην αποστολή τον Ζοάο Πέδρο. Πράγματι είναι περίεργο να επιλέγεις τον Τιάγκο στην θέση του. Την απόφαση του Αντσελότι να πάει στο Μουντιάλ με δεξί μπακ τον Ντανίλο, είναι αδύνατον να μην μπορείς να βρεις έναν πιο αξιόπιστο μπακ απο αυτόν. Χωρίς ψάξιμο, μου έρχεται στο μυαλό ο Ντοντό της Φιορεντίνα. Οι προβληματικές αλλαγές του στο παιχνίδι με τη Νορβηγία, που άλλαξε όλο το κέντρο και χάθηκε ο έλεγχος του αγώνα όταν μπήκε ο Νεϊμάρ. Το πραγματικό πρόβλημα όμως, είναι πως οι Βραζιλιάνοι ένιωσαν την ανάγκη να αποτινάξουν το δικό τους ποδόσφαιρο, για να πάνε σε μία εντελώς διαφορετική κουλτούρα. Το να πάρει η εθνική Βραζιλίας τον καλύτερο Ιταλό προπονητή, είναι σαν να αποφασίζει πως για να πετύχει πρέπει να αλλάξει το DNA της, να απαρνηθεί την ίδια της τη φύση. Μόνο που το ποδόσφαιρο έχει ανάγκη, την πραγματική εθνική Βραζιλίας.