Έρευνα – Σοκ: Η παράνομη αγορά στοιχήματος μπορεί να φτάσει το 51%
Νέα ερευνητική έκθεση για το στοίχημα που παρουσιάστηκε στον Ούγκο Μότα, πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων της Βραζιλίας, προειδοποιεί ότι έως και το 51% της αγοράς αθλητικού στοιχήματος της χώρας ενδέχεται να λειτουργεί παράνομα, με πιθανές ετήσιες φορολογικές απώλειες έως €1,8 δισ.
Η μελέτη, που εκπονήθηκε από το Ινστιτούτο Esfera για την TMC και συντονίστηκε από τον Λουίς Φερνάντο Μασονέτο, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο, παραδόθηκε στις 24 Φεβρουαρίου στη Μπραζίλια. Το έγγραφο στοχεύει να συμβάλει στη νομοθετική συζήτηση για τη ρύθμιση του στοιχήματος, καθώς το Κογκρέσο εξετάζει πρόσθετα φορολογικά μέτρα για τον κλάδο.
Σύμφωνα με την έρευνα, η παράνομη αγορά στοιχήματος αντιπροσωπεύει σήμερα μεταξύ 41% και 51% της συνολικής δραστηριότητας στη Βραζιλία. Η έκθεση εκτιμά ότι αυτή η «παράλληλη» αγορά δημιουργεί ετήσια έσοδα μεταξύ περίπου €4,8 δισ. και €7,4 δισ. Ως αποτέλεσμα, το βραζιλιάνικο κράτος ενδέχεται να χάνει έως και €1,8 δισ. σε φορολογικά έσοδα κάθε χρόνο.
Η μελέτη υποστηρίζει ότι το ισχύον ρυθμιστικό μοντέλο μπορεί να παράγει ανεπιθύμητες συνέπειες. Αναφέρει ότι το υψηλό κόστος συμμόρφωσης που επιβάλλεται στους αδειοδοτημένους παρόχους δημιουργεί ανταγωνιστικό χάσμα υπέρ των μη αδειοδοτημένων πλατφορμών, οι οποίες μπορούν να προσφέρουν πιο ελκυστικές αποδόσεις και λιγότερα διαδικαστικά εμπόδια στους καταναλωτές.
Οι ερευνητές επισημαίνουν επίσης ότι οι παράνομες πλατφόρμες συχνά μιμούνται την οπτική ταυτότητα αδειοδοτημένων εταιρειών, καθιστώντας δύσκολο για τους παίκτες να ξεχωρίσουν τους ρυθμιζόμενους από τους μη ρυθμιζόμενους παρόχους. Ενισχυτικά σε αυτή την ανησυχία, στοιχεία του Ινστιτούτου Locomotiva δείχνουν ότι το 78% των Βραζιλιάνων παικτών δηλώνει πως δυσκολεύεται να αναγνωρίσει αν μια πλατφόρμα είναι νόμιμη.
Η έκθεση ασκεί ιδιαίτερη κριτική σε αυστηρότερες φορολογικές προτάσεις, συμπεριλαμβανομένου του μέτρου Cide-Bets που εγκρίθηκε από τη Γερουσία τον Δεκέμβριο του 2025 και εισάγει φόρο 15% στις καταθέσεις. Σύμφωνα με τη μελέτη, σε ψηφιακές αγορές όπου οι παίκτες μπορούν εύκολα να έχουν πρόσβαση σε υπεράκτιες ιστοσελίδες, η υψηλότερη φορολογία κινδυνεύει να επιταχύνει τη μετακίνηση προς τη μαύρη αγορά.
Οι συντάκτες υποστηρίζουν ότι σε τέτοια σενάρια μόνο οι νόμιμοι πάροχοι απορροφούν ή μετακυλίουν το επιπλέον κόστος, αποδυναμώνοντας περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα της ρυθμιζόμενης αγοράς.
Η έρευνα αναφέρεται και σε διεθνείς περιπτώσεις, όπως η Κολομβία και το Βέλγιο, όπου — σύμφωνα με την έκθεση — η υπερβολική φορολογία και οι αυστηρές κανονιστικές επιβαρύνσεις συνοδεύτηκαν από αύξηση της συμμετοχής στη μαύρη αγορά αντί για αύξηση δημόσιων εσόδων ή μείωση της βλάβης από τον τζόγο.
Πέρα από τις άμεσες δημοσιονομικές επιπτώσεις, η μελέτη τοποθετεί τη συζήτηση και σε ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, περιγράφοντας μια διαχρονική αντίφαση στη στάση της Βραζιλίας απέναντι στον τζόγο: ανεπίσημες πρακτικές, όπως το «jogo do bicho», έχουν ποινικοποιηθεί, ενώ τα κρατικά λαχεία λειτουργούν νόμιμα.
Η έκθεση καταλήγει ότι πολιτικές αποφάσεις που καθοδηγούνται κυρίως από στόχους αύξησης εσόδων ενδέχεται να επαναλάβουν λάθη του παρελθόντος και τονίζει ότι η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της νόμιμης αγοράς είναι κρίσιμη για τον περιορισμό της παράνομης δραστηριότητας και την προστασία των δημόσιων οικονομικών.